Η γεωπολιτική δεν είναι συγκυρία - είναι διαχρονική στρατηγική ισχύος!

Όσοι αντιμετωπίζουν την ελληνική εξωτερική πολιτική με όρους στιγμής, απλώς δεν έχουν καταλάβει το παιχνίδι.

Σε μια περίοδο που η Τουρκία αμφισβήτησε ευθέως κυριαρχικά δικαιώματα (καλοκαίρι 2020 – κρίση Oruc Reis), η Ελλάδα δεν έμεινε μόνη - και αυτό δεν ήταν τυχαίο!

Τον Αύγουστο του 2020, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ανέπτυξαν μαχητικά F-16 στην Κρήτη, συμμετέχοντας σε ασκήσεις όπως η “Falcon Eye”. Λίγους μήνες αργότερα, στις 18 Νοεμβρίου 2020, υπογράφηκε η συμφωνία στρατηγικής συνεργασίας Ελλάδας – ΗΑΕ με ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής. Αντίστοιχα, στις αρχές του 2021, η Σαουδική Αραβία απέστειλε μαχητικά F-15 στην Ελλάδα για συνεκπαίδευση, ενώ ακολούθησαν και συμμετοχές σε ασκήσεις τύπου “Iniochos”.

Αυτές οι κινήσεις δεν έγιναν από “καλή θέληση”. Έγιναν γιατί η Ελλάδα, όταν λειτουργεί σωστά, επενδύει διαχρονικά σε στρατηγικές σχέσεις με κοινά συμφέροντα και καθαρούς όρους ισχύος. Αυτό λέγεται γεωστρατηγική - όχι ευχές!

Η αποστολή των Patriot στη Σαουδική Αραβία (συμφωνία 2021 – υλοποίηση από το 2022) δεν είναι μια αποσπασματική επιλογή. Εντάσσεται σε μια διαχρονική λογική εξωτερικής πολιτικής: δίνεις για να πάρεις, συμμετέχεις για να έχεις λόγο, στηρίζεις για να σε στηρίξουν.

Και ας μιλήσουμε με όρους πραγματικότητας:

Η συμφωνία δεν ήταν ποτέ μονόπλευρη. Περιλαμβάνει:

• Κάλυψη κόστους και οικονομική αποζημίωση από τη Σαουδική Αραβία

• Οφέλη σε επίπεδο υποστήριξης και επιχειρησιακής εμπειρίας, με πιθανές αναβαθμίσεις συστημάτων όπως τα Patriot σε πιο σύγχρονες εκδόσεις

• Συμμετοχή και ενσωμάτωση σε επιχειρησιακά περιβάλλοντα υψηλής έντασης (όπως αποστολές τύπου “Bolt”) που ανεβάζουν την πραγματική επιχειρησιακή αξία

• Σημαντικές απολαβές και επιδόματα για το προσωπικό που υπηρετεί εκεί

Με απλά λόγια: η Ελλάδα δεν λειτουργεί ως “παρατηρητής”, αλλά ως παίκτης.

Όταν θέλεις συμμάχους την ώρα της κρίσης με την Τουρκία, πρέπει να έχεις ήδη χτίσει τις σχέσεις που θα ενεργοποιηθούν. Και αυτές δεν χτίζονται τη στιγμή της ανάγκης - χτίζονται διαχρονικά.

Η Ελλάδα, όταν λειτουργεί στρατηγικά, (διαχρονικά πολύ σπάνια.. συνήθως το πολιτικό σύστημααν δεν έχει ''ιδιωτικά'' συμφέροντα δεν ''ανταποκρίνετε'')! Δημιουργεί πλέγμα αποτροπής, αποκτά ρόλο και επενδύει σε συνεργασίες που επιστρέφουν αξία την κρίσιμη ώρα.

Αν δεν μπορούμε να αντιληφθούμε το επόμενο γεωπολιτικό “τσουνάμι” αλλαγών και τις θέσεις ελιγμών που διαμορφώνονται, τότε καλύτερα να σωπαίνουμε. Γιατί η άγνοια δεν είναι άποψη - και σίγουρα δεν είναι στρατηγική.

Η γεωπολιτική δεν είναι συγκυρία. Είναι συνέχεια, συνέπεια και ισχύς. Και όσοι θυμούνται, καταλαβαίνουν.

Πάσχουμε από αξιόπιστους πολιτικούς διαπραγματευτές για ''ανταλλάγματα'' συνήθως παραχωρούμε και περιμένουμε το.. εάν και εφόσον!

  *Μία τεράστια υπενθύμιση, για όσους ξεχνούν!


Υπάρχει ένα διαχρονικό μοτίβο στην ελληνική διαχείριση «ανταλλαγμάτων»: πολλά λόγια περί στρατηγικής, και στο τέλος… το «κύριε ελέησον» βαφτίζεται διπλωματία.

Αν δει κανείς τις αποφάσεις με ψυχρό μάτι και με βάση πληροφορίες της εποχής, προκύπτει μια σταθερά: δεν είναι ότι δεν υπάρχουν ευκαιρίες — είναι ότι είτε δεν αξιοποιούνται είτε «εξαϋλώνονται» κάπου μεταξύ διαπραγμάτευσης και εκτέλεσης.

Παράδειγμα 1: Patriot και «εξαφανισμένες» αναβαθμίσεις

Όταν τέθηκε το αίτημα μεταφοράς συστοιχίας Patriot missile system στη Saudi Arabia, στο τραπέζι - σύμφωνα με όσα διέρρεαν τότε - δεν υπήρχε μόνο η συγκεκριμένη αποστολή.

Υπήρχε ένα πολύ πιο ουσιαστικό πακέτο: αναβάθμιση όλων των ελληνικών συστημάτων (πέντε συνολικά) στο τελευταίο block.

Με απλά λόγια: από μια επιχειρησιακή «χάρη», μπορούσε να προκύψει μια συνολική αναβάθμιση της αντιαεροπορικής ομπρέλας της χώρας.

Και τι έμεινε τελικά;
Μια θολή εικόνα ότι - αν έγινε κάτι - έγινε μόνο για τη «μία και επίμαχη» συστοιχία.

Τα υπόλοιπα; Στον αέρα. Κυριολεκτικά και μεταφορικά.

Εδώ δεν μιλάμε απλώς για κακή διαπραγμάτευση.
Μιλάμε για ένα αποτέλεσμα που «φωνάζει» ότι κάτι άλλο προτεραιοποιήθηκε.
Ας το πούμε κομψά: φωτογραφίζονται «ιδιωτικά ανταλλάγματα».


Παράδειγμα 2: Βάσεις και η τέχνη του να δίνεις περισσότερα… χωρίς να πάρεις

Στην αντίπερα όχθη, όταν οι Αμερικανοί ζητούσαν 1–2 βάσεις, η ελληνική πλευρά της «υπευθυνότητας» αποφάσισε να δείξει… υπερβάλλοντα ζήλο.

Με πρωταγωνιστή τον Panos, η χώρα έφτασε να προσφέρει πέντε.

Πέντε.

Σε κάθε σοβαρή διαπραγμάτευση, αυτό σημαίνει ένα πράγμα:
περιμένεις αντίστοιχο πακέτο ανταλλαγμάτων - στρατιωτικών, οικονομικών, γεωπολιτικών.

Και όμως, όπως παραδέχονταν ακόμα και οι ίδιοι οι Αμερικανοί (σε δημόσιες τοποθετήσεις της εποχής), η ελληνική στάση έμοιαζε να αφήνει τα πράγματα να κυλήσουν… χωρίς πραγματική διεκδίκηση.

Όχι σκληρή διαπραγμάτευση.
Όχι «πάρε-δώσε».
Αλλά μια λογική του τύπου: «δώσαμε, βλέπουμε, και ο Θεός βοηθός».

Το γνωστό μοντέλο:
προσφορά real estate, αναμονή για θαύμα.


Συμπέρασμα (χωρίς ωραιοποιήσεις)

Τα δύο παραδείγματα - αν και διαφορετικά - συγκλίνουν στο ίδιο σημείο:

  • Στην πρώτη περίπτωση, υπήρχε δυνητικό όφελος που… εξατμίστηκε.
  • Στη δεύτερη, υπήρξε υπερπροσφορά χωρίς αντίστοιχη απαίτηση.

Κοινός παρονομαστής;
Η απουσία δομημένης, επιθετικής διαπραγμάτευσης με σαφές ταμείο αποτελεσμάτων. Και κάπως έτσι, η χώρα κινείται μεταξύ «ευκαιριών που χάθηκαν» και «παροχών χωρίς αντίκρισμα».

Με άλλα λόγια:
ούτε παζάρι, ούτε στρατηγική - μόνο μια διαρκής ελπίδα ότι κάποιος άλλος θα θυμηθεί να μας ανταμείψει.

Spoiler: δεν το κάνει.

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.